Οι πρόσφατες δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ περί «παραγωγικών διαπραγματεύσεων» με το Ιράν και «μόνιμου τερματισμού του πολέμου» προκάλεσαν άμεσο σοκ στις αγορές, οδηγώντας σε κατακόρυφη πτώση των τιμών του πετρελαίου έως και 15% μέσα σε λίγα λεπτά. Ωστόσο, το γεγονός ότι η αγορά ανέκαμψε γρήγορα, καθώς οι δηλώσεις αποδείχθηκαν ασαφείς ή ανακριβείς, αναδεικνύει κάτι βαθύτερο και πολύ πιο ανησυχητικό.
Πριν ακόμη γίνει η επίσημη ανακοίνωση, καταγράφηκαν ύποπτες συναλλαγές τεράστιας κλίμακας στη Wall Street: επενδύσεις δισεκατομμυρίων σε ανοδικές κινήσεις μετοχών και μαζικές πωλήσεις πετρελαίου, μόλις λίγα λεπτά πριν τις δηλώσεις. Οι κινήσεις αυτές δεν ήταν απλώς μεγάλες — ήταν πολλαπλάσιες του συνηθισμένου όγκου της αγοράς και χρονικά τοποθετημένες με ακρίβεια που αποκλείει την τύχη ή την «διαίσθηση».
Το εύλογο συμπέρασμα είναι ότι κάποιοι γνώριζαν εκ των προτέρων. Και αν πράγματι ισχύει αυτό, τότε πρόκειται για ένα εξαιρετικά σοβαρό ενδεχόμενο διαρροής εμπιστευτικών πληροφοριών από το εσωτερικό της εξουσίας. Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν μιλάμε απλώς για ανήθικη πρακτική, αλλά για πιθανή κατάχρηση εξουσίας και χειραγώγηση αγορών σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η στάση του Τραμπ εντείνει τις υποψίες. Αντί για σαφήνεια και υπευθυνότητα σε μια τόσο κρίσιμη γεωπολιτική συγκυρία, επιλέγονται αόριστες δηλώσεις που προκαλούν αναταράξεις και δημιουργούν ευκαιρίες για τεράστια κέρδη σε όσους —ενδεχομένως— έχουν πρόσβαση σε εσωτερική πληροφόρηση. Αυτό δεν είναι απλώς επικοινωνιακή αστοχία· είναι επικίνδυνη πρακτική που πλήττει την αξιοπιστία των θεσμών.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι τέτοιου είδους περιστατικά φαίνεται να επαναλαμβάνονται. Ανακοινώσεις για δασμούς, αλλαγές πολιτικής και στρατιωτικές αποφάσεις συνοδεύονται συστηματικά από «περίεργες» κινήσεις στην αγορά λίγο πριν δημοσιοποιηθούν. Το μοτίβο αυτό δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί ή να θεωρηθεί σύμπτωση.
Σε ένα κράτος δικαίου, ακόμη και η έμμεση αξιοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών επισύρει βαριές ποινές. Το γεγονός ότι εδώ ενδέχεται να εμπλέκονται κύκλοι κοντά στην κορυφή της εξουσίας καθιστά την υπόθεση ακόμη πιο σοβαρή. Αν δεν υπάρξει διερεύνηση και λογοδοσία, το μήνυμα που στέλνεται είναι ότι οι αγορές μπορούν να χειραγωγούνται από τους ίδιους που οφείλουν να τις ρυθμίζουν.
Τελικά, το ζήτημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά θεσμικό και ηθικό. Όταν πολιτικές αποφάσεις που επηρεάζουν εκατομμύρια ανθρώπους μετατρέπονται σε ευκαιρία για γρήγορο πλουτισμό λίγων «εκ των έσω», τότε η δημοκρατία και η διαφάνεια υπονομεύονται στον πυρήνα τους.


Αφήστε μια απάντηση