ΠΡΑΣΙΝΗ ΑΠΑΤΗ ΚΑΙ ΑΚΡΙΒΟ LNG: ΤΟ ΚΟΛΠΟ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΠΑΙΞΕΙ ΓΙΟΥΣΟΥΦΑΚΙ ΣΕ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΥΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΙΟΥΣ – ΚΛΕΙΝΟΥΝ ΤΟΝ ΛΙΓΝΙΤΗ, ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΟΥΝ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ ΥΠΟΣΧΟΝΤΑΙ ΧΕΙΜΩΝΑ ΕΦΙΑΛΤΗ ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΣ: ΠΛΗΡΩΣΤΕ ΠΟΛΛΑ Ή ΠΑΓΩΣΤΕ

Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της σύγχρονης ενεργειακής της πολιτικής. Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση διακηρύσσει ότι οδηγεί τη χώρα στην «πράσινη μετάβαση», επικαλούμενη την ανάγκη περιορισμού των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και την προστασία του περιβάλλοντος. Από την άλλη, επενδύει δισεκατομμύρια ευρώ σε νέες υποδομές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), δημιουργώντας ένα νέο μοντέλο ενεργειακής εξάρτησης που απέχει πολύ από το αφήγημα της καθαρής ενέργειας.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι απλό αλλά κρίσιμο. Πώς μπορεί να χαρακτηρίζεται «πράσινη» μια πολιτική που αντικαθιστά ένα ορυκτό καύσιμο με ένα άλλο; Η εγκατάλειψη του λιγνίτη παρουσιάστηκε ως ιστορική επιλογή υπέρ του περιβάλλοντος. Ωστόσο, η ταυτόχρονη επέκταση των επενδύσεων στο φυσικό αέριο δείχνει ότι η χώρα δεν απεξαρτάται πραγματικά από τα ορυκτά καύσιμα. Απλώς αλλάζει το καύσιμο από το οποίο εξαρτάται.

Ο λιγνίτης μπορεί να αποτελεί μια ενεργειακή επιλογή με υψηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα, όμως αποτελούσε ταυτόχρονα έναν εγχώριο ενεργειακό πόρο. Η Ελλάδα είχε τη δυνατότητα να παράγει ηλεκτρική ενέργεια αξιοποιώντας δικά της κοιτάσματα, περιορίζοντας σε σημαντικό βαθμό την εξάρτηση από εισαγόμενες πρώτες ύλες. Σήμερα, η εικόνα αυτή αλλάζει δραματικά. Το φυσικό αέριο, και ειδικά το LNG, εισάγεται από τρίτες χώρες, γεγονός που καθιστά την ελληνική οικονομία ακόμη πιο ευάλωτη στις διεθνείς κρίσεις, στις γεωπολιτικές αναταράξεις και στις διακυμάνσεις των τιμών.

Τα τελευταία χρόνια οι πολίτες βίωσαν με τον πιο σκληρό τρόπο τι σημαίνει εξάρτηση από το φυσικό αέριο. Οι λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος εκτοξεύθηκαν, το κόστος παραγωγής αυξήθηκε και ολόκληρη η αγορά βρέθηκε αντιμέτωπη με πρωτοφανείς πιέσεις. Αντί όμως να αποτελέσει αυτό ένα μάθημα για την ανάγκη μεγαλύτερης ενεργειακής αυτονομίας, η απάντηση φαίνεται να είναι ακόμη περισσότερες επενδύσεις στις ίδιες υποδομές.

Το LNG παρουσιάζεται ως «καύσιμο-γέφυρα». Πρόκειται για έναν όρο που χρησιμοποιείται συχνά ώστε να δικαιολογηθεί η μαζική ανάπτυξη νέων εγκαταστάσεων. Στην πράξη, όμως, κάθε νέος σταθμός, κάθε νέα πλωτή μονάδα και κάθε νέα υποδομή αποτελεί μια επένδυση που σχεδιάζεται να λειτουργεί επί δεκαετίες. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα δεσμεύεται οικονομικά και ενεργειακά σε ένα ακόμη ορυκτό καύσιμο, τη στιγμή που η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει ως στρατηγικό στόχο την πλήρη απανθρακοποίηση μέχρι τα μέσα του αιώνα.

Παράλληλα, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Ελλάδα εξελίσσεται σε ενεργειακό κόμβο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Είναι όμως εύλογο να αναρωτηθεί κανείς: ενεργειακός κόμβος προς όφελος ποιου; Του Έλληνα καταναλωτή που συνεχίζει να πληρώνει υψηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας ή των μεγάλων ενεργειακών ομίλων που επενδύουν στις νέες υποδομές και διαχειρίζονται τις εισαγωγές φυσικού αερίου;

Δεν μπορεί επίσης να αγνοηθεί η κοινωνική διάσταση της απολιγνιτοποίησης. Ολόκληρες περιοχές της χώρας, που για δεκαετίες στηρίχθηκαν στην εξόρυξη λιγνίτη και στην ηλεκτροπαραγωγή, βρέθηκαν αντιμέτωπες με μια βίαιη μετάβαση. Χιλιάδες εργαζόμενοι είδαν το παραγωγικό μοντέλο των περιοχών τους να καταρρέει, χωρίς να έχουν δημιουργηθεί εγκαίρως οι απαραίτητες εναλλακτικές. Η υπόσχεση μιας «δίκαιης μετάβασης» παραμένει για πολλούς περισσότερο σύνθημα παρά πραγματικότητα.

Την ίδια στιγμή, η χώρα εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικές δυνατότητες ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, της αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας και της εξοικονόμησης. Αντί όμως το βάρος να δοθεί αποκλειστικά σε αυτές τις τεχνολογίες, η ενεργειακή στρατηγική δείχνει να επενδύει παράλληλα σε ένα ακόμη ορυκτό καύσιμο, δημιουργώντας εύλογα ερωτήματα για τις πραγματικές προτεραιότητες της πολιτείας.

Η κλιματική πολιτική δεν μπορεί να εξαντλείται στην αντικατάσταση ενός καυσίμου από ένα άλλο. Αν ο στόχος είναι πράγματι η μετάβαση σε ένα καθαρό ενεργειακό μοντέλο, τότε απαιτείται ένας ολοκληρωμένος σχεδιασμός που θα μειώνει συνολικά την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και όχι μια πολιτική που απλώς αλλάζει το είδος της εξάρτησης.

Η ενεργειακή ασφάλεια είναι αναμφίβολα απαραίτητη. Όμως δεν μπορεί να αποτελεί το επιχείρημα για τη διαιώνιση μιας πολιτικής που εγκλωβίζει τη χώρα σε νέες εισαγόμενες ενεργειακές εξαρτήσεις. Η πραγματική ενεργειακή ανεξαρτησία δεν χτίζεται με περισσότερα δεξαμενόπλοια LNG, αλλά με μεγαλύτερη αξιοποίηση εγχώριων καθαρών πηγών, αποθήκευση ενέργειας, εκσυγχρονισμό των δικτύων και ουσιαστική μείωση της κατανάλωσης.

Η δημόσια συζήτηση οφείλει να απαντήσει σε ένα βασικό ερώτημα: αποτελεί το LNG ένα προσωρινό εργαλείο αντιμετώπισης μιας έκτακτης συγκυρίας ή μετατρέπεται σε μόνιμο πυλώνα της ελληνικής ενεργειακής πολιτικής; Γιατί αν συμβαίνει το δεύτερο, τότε η περίφημη «πράσινη μετάβαση» κινδυνεύει να αποδειχθεί μια μετάβαση μόνο κατ’ όνομα, με σημαντικό οικονομικό κόστος, νέες εξαρτήσεις και αμφίβολα περιβαλλοντικά οφέλη.

Η ενεργειακή πολιτική δεν μπορεί να κρίνεται μόνο από τις εξαγγελίες. Κρίνεται από τις επενδύσεις που επιλέγει να χρηματοδοτήσει, από τις προτεραιότητες που θέτει και από τις συνέπειες που αφήνει στην κοινωνία. Και σήμερα, η αντίφαση είναι εμφανής: ο λιγνίτης αποσύρεται στο όνομα της πράσινης ανάπτυξης, αλλά στη θέση του εγκαθίσταται ένα διαφορετικό ορυκτό καύσιμο. Το ερώτημα είναι αν αυτή είναι πράγματι μια ενεργειακή μετάβαση ή απλώς μια αλλαγή καυσίμου με διαφορετική ταμπέλα.

https://www.makeleio.gr/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *