Στην Ελλάδα των ακριβών μετακινήσεων και της διαρκούς αύξησης του κόστους ζωής, οι πολίτες βρίσκονται αντιμέτωποι και με ένα οδικό δίκτυο που μετατρέπεται σε διαδρομή με αλλεπάλληλες χρεώσεις. Συνολικά 174 σταθμοί διοδίων λειτουργούν στο εθνικό δίκτυο αυτοκινητοδρόμων, το οποίο έχει συνολικό μήκος περίπου 2.320 χιλιομέτρων. Με απλά λόγια, αντιστοιχεί κατά μέσο όρο ένας σταθμός διοδίων μόλις ανά 13,3 χιλιόμετρα.
Και ενώ η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη παρουσιάζει διαρκώς την Ελλάδα ως χώρα μεγάλων επενδύσεων και εκσυγχρονισμού των υποδομών, για τον οδηγό η πραγματικότητα είναι πολύ πιο πεζή: πληρώνει ξανά και ξανά για να χρησιμοποιήσει τους δρόμους που ήδη έχουν κατασκευαστεί ή αναβαθμιστεί με τεράστιες δημόσιες και ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις.
Η εικόνα αυτή δημιουργεί ένα εύλογο ερώτημα: πόσο ακόμη πρέπει να πληρώνει ο Έλληνας πολίτης για να μετακινηθεί μέσα στην ίδια του τη χώρα; Διόδια, καύσιμα, φόροι και αυξημένο κόστος συντήρησης του αυτοκινήτου συνθέτουν ένα ιδιαίτερα βαρύ οικονομικό φορτίο, ειδικά για όσους είναι υποχρεωμένοι να ταξιδεύουν συχνά για τη δουλειά τους.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει επενδύσει επικοινωνιακά στην εικόνα της «σύγχρονης Ελλάδας», όμως η καθημερινότητα των πολιτών αποκαλύπτει μια διαφορετική πραγματικότητα. Οι αυτοκινητόδρομοι δεν είναι απλώς γραμμές στον χάρτη· είναι βασικές υποδομές που χρησιμοποιούνται καθημερινά από εργαζόμενους, επαγγελματίες, οικογένειες και επιχειρήσεις. Όταν η πρόσβαση σε αυτές συνεπάγεται συνεχείς πληρωμές, το κόστος μετακίνησης μετατρέπεται σε πρόσθετο φόρο στην καθημερινότητα.
Και το πιο προκλητικό είναι ότι η κυβέρνηση δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει το ζήτημα ως πρόβλημα κοινωνικής πολιτικής. Αντίθετα, η πολιτική των παραχωρήσεων και των διοδίων συνεχίζεται, ενώ οι πολίτες καλούνται να προσαρμοστούν σε ένα ολοένα ακριβότερο μοντέλο μετακίνησης. Την ίδια στιγμή, οι κυβερνητικές ανακοινώσεις περί ανάπτυξης και βελτίωσης των υποδομών μοιάζουν να απέχουν σημαντικά από την πραγματικότητα που βιώνει ο οδηγός πίσω από το τιμόνι.
Οι 174 σταθμοί διοδίων σε περίπου 2.320 χιλιόμετρα αυτοκινητοδρόμων αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός συστήματος στο οποίο ο πολίτης καλείται διαρκώς να βάζει το χέρι στην τσέπη. Και όσο η κυβέρνηση Μητσοτάκη πανηγυρίζει για τους δείκτες ανάπτυξης και τις επενδύσεις, η πραγματική ερώτηση παραμένει: πόσο κοστίζει τελικά στον Έλληνα πολίτη η «σύγχρονη Ελλάδα» που διαφημίζει το Μέγαρο Μαξίμου;
Γιατί ένας αυτοκινητόδρομος δεν είναι πολυτέλεια. Είναι δημόσια υποδομή ζωτικής σημασίας. Και όταν η χρήση του γίνεται ολοένα ακριβότερη, η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει ποιος τελικά ωφελείται από αυτό το μοντέλο και ποιος πληρώνει τον λογαριασμό. Στην περίπτωση της Ελλάδας, πάντως, ο λογαριασμός καταλήγει ξανά και ξανά στον ίδιο: στον πολίτη.


Αφήστε μια απάντηση