Περίπου 250.000 δέντρα φέρεται να χάθηκαν μέσα σε λίγους μήνες στη βόρεια Φινλανδία, προκειμένου να προχωρήσουν οι εργασίες για την κατασκευή κέντρων δεδομένων της Google, στο πλαίσιο επενδυτικού σχεδίου δισεκατομμυρίων ευρώ. Η υπόθεση προκαλεί έντονες αντιδράσεις, καθώς περιβαλλοντικές οργανώσεις καταγγέλλουν εκτεταμένη αποψίλωση δασικών εκτάσεων, ενώ εγείρονται ερωτήματα για την τήρηση των περιβαλλοντικών κανόνων και το πραγματικό κόστος της ψηφιακής ανάπτυξης.
Στην περιοχή του Μούχος, σύμφωνα με τις καταγγελίες, αποψιλώθηκαν περίπου 330 εκτάρια γης χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η απαιτούμενη μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Παράλληλα, στο Οτανμάκι αναφέρεται ότι κόπηκαν περίπου 150.000 ακόμη δέντρα. Οι φινλανδικές αρχές παρενέβησαν ζητώντας την αναστολή εργασιών που επηρεάζουν το φυσικό περιβάλλον, ενώ ο επικεφαλής της Google στη χώρα, Άντι Γιάρβινεν, ζήτησε συγγνώμη, υποστηρίζοντας ότι η εταιρεία θεωρούσε πως ενεργούσε σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία.
Ωστόσο, η συγγνώμη δεν εξαφανίζει τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Κάτοικοι καταγγέλλουν ότι λασπόνερα καταλήγουν σε υδάτινους αποδέκτες, ενώ στην περιοχή του Οτανμάκι αναφέρονται διαταραχές στους βιότοπους άγριων ζώων. Παράλληλα, δημοσιογραφική έρευνα της φινλανδικής δημόσιας ραδιοτηλεόρασης Yle αποκάλυψε παλαιότερη υπόθεση αποψίλωσης έκτασης περίπου 1,3 εκταρίων στη Χάμινα, κατά την περίοδο 2018-2019, η οποία φέρεται να επηρέασε περιοχές που χρησιμοποιούσαν προστατευόμενοι ιπτάμενοι σκίουροι.
Επενδύσεις δισεκατομμυρίων, αλλά ποιο είναι το πραγματικό όφελος;
Η Φινλανδία έχει εξελιχθεί σε ελκυστικό προορισμό για εταιρείες τεχνολογίας που κατασκευάζουν κέντρα δεδομένων. Το ψυχρό κλίμα περιορίζει ορισμένες ανάγκες ψύξης, ενώ η διαθεσιμότητα ηλεκτρικής ενέργειας και μεγάλων εκτάσεων γης διευκολύνει την ανάπτυξη τέτοιων εγκαταστάσεων. Σύμφωνα με το δημοσίευμα του Guardian, περίπου 145 νέα κέντρα δεδομένων βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια σχεδιασμού στη χώρα.
Οι επενδύσεις αυτές παρουσιάζονται ως ευκαιρία για την προσέλκυση κεφαλαίων, την ενίσχυση της τοπικής οικονομίας και τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Ωστόσο, το ύψος μιας επένδυσης δεν αποτυπώνει από μόνο του το πραγματικό όφελος για την κοινωνία. Τα κέντρα δεδομένων απαιτούν σημαντικά κεφάλαια για την κατασκευή τους, αλλά η λειτουργία τους δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη αντίστοιχα μεγάλο αριθμό μόνιμων θέσεων εργασίας.
Ταυτόχρονα, οι εγκαταστάσεις αυτές καταναλώνουν ενέργεια, γη και άλλους φυσικούς πόρους για υπηρεσίες που χρησιμοποιούνται διεθνώς. Έτσι, ανακύπτει το ερώτημα εάν οι τοπικές κοινωνίες αποκομίζουν ανάλογα οφέλη με το περιβαλλοντικό και ενεργειακό κόστος που καλούνται να επωμιστούν.
Ιρλανδία: Τα κέντρα δεδομένων απορροφούν το 23% της ηλεκτρικής ενέργειας
Η πίεση που δημιουργεί η ανάπτυξη των κέντρων δεδομένων δεν περιορίζεται στη Φινλανδία. Στην Ιρλανδία, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στο δημοσίευμα, οι συγκεκριμένες εγκαταστάσεις κατανάλωσαν το 23% της ηλεκτρικής ενέργειας που καταγράφηκε στους μετρητές το 2025, έναντι μόλις 5% το 2015.
Η κατανάλωση έφτασε τις 7,66 δισεκατομμύρια κιλοβατώρες μέσα σε έναν χρόνο, προσεγγίζοντας τη συνολική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας των νοικοκυριών. Ενώ η κατανάλωση των υπόλοιπων χρηστών αυξήθηκε κατά 2% το 2025, εκείνη των κέντρων δεδομένων ενισχύθηκε κατά 10%.
Η αυξανόμενη ζήτηση έχει οδηγήσει τις ιρλανδικές αρχές σε αυστηρότερους όρους σύνδεσης νέων εγκαταστάσεων στο ηλεκτρικό δίκτυο. Οι εταιρείες καλούνται να εξασφαλίζουν πρόσθετη δυνατότητα παραγωγής ή αποθήκευσης ενέργειας, ενώ οι σχετικές προβλέψεις δείχνουν ότι το μερίδιο των κέντρων δεδομένων στην εθνική κατανάλωση θα μπορούσε να φτάσει το 31% έως το 2034.
Ισπανία: Η μάχη για το νερό στην άνυδρη Αραγονία
Στην Ισπανία, το βασικό πεδίο αντιπαράθεσης είναι η κατανάλωση νερού, ιδιαίτερα στην Αραγονία, όπου η λειψυδρία αποτελεί σημαντική πρόκληση. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Amazon Web Services ζήτησε το 2025 να αυξήσει κατά 48% την προβλεπόμενη μέγιστη ετήσια κατανάλωση νερού σε καθένα από τα τρία κέντρα δεδομένων της περιοχής, από 36,4 σε 53,9 εκατομμύρια λίτρα.
Παράλληλα, δημοσιογραφική έρευνα της El País κατέγραψε αύξηση της βιομηχανικής κατανάλωσης νερού στην Ουέσκα κατά 62 εκατομμύρια λίτρα ετησίως μετά την έναρξη λειτουργίας εγκατάστασης της εταιρείας. Τα διαθέσιμα δημοτικά στοιχεία, ωστόσο, δεν επιτρέπουν να αποδοθεί ολόκληρη η αύξηση αποκλειστικά στη συγκεκριμένη εγκατάσταση.
Η εξέλιξη έχει προκαλέσει ανησυχία σε αγρότες και περιβαλλοντικές οργανώσεις, καθώς η γεωργία εξαρτάται άμεσα από τη διαθεσιμότητα υδάτινων πόρων. Οι επικριτές των έργων υποστηρίζουν ότι η επέκταση των τεχνολογικών υποδομών δεν μπορεί να προχωρά χωρίς σαφείς εγγυήσεις για την προστασία των τοπικών κοινωνιών και των παραγωγικών δραστηριοτήτων.
Η Ευρώπη επιταχύνει την ψηφιακή ανάπτυξη, αλλά το περιβαλλοντικό κόστος αυξάνεται
Σύμφωνα με τα στοιχεία που αποδίδονται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα κέντρα δεδομένων στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατανάλωσαν 68 τεραβατώρες ηλεκτρικής ενέργειας το 2024. Η κατανάλωση προβλέπεται να φτάσει τις 114 τεραβατώρες έως το 2030, αύξηση σχεδόν 68%, καθώς η εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης ενισχύει τις ανάγκες υπολογιστικής ισχύος.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να αναπτύξει τις δικές της ψηφιακές υποδομές, περιορίζοντας την εξάρτησή της από τρίτες χώρες. Την ίδια στιγμή, όμως, παραμένει ανοιχτό το ζήτημα της περιβαλλοντικής εποπτείας. Τον Σεπτέμβριο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε πρόταση για κοινό σύστημα αξιολόγησης της ενεργειακής και υδατικής απόδοσης των κέντρων δεδομένων, ενώ η προετοιμασία δεσμευτικών απαιτήσεων περιβαλλοντικής απόδοσης συνεχίζεται.
Το πρόβλημα είναι ότι οι επενδύσεις μπορούν να προχωρούν ταχύτερα από τη διαμόρφωση και την εφαρμογή αποτελεσματικών ελέγχων. Στην περίπτωση της Φινλανδίας, οι καταγγελίες για την αποψίλωση αναδεικνύουν ακριβώς αυτόν τον κίνδυνο: όταν οι αρμόδιες αρχές παρεμβαίνουν αφού έχει ήδη αλλοιωθεί μια μεγάλη φυσική έκταση, η αποκατάσταση του περιβάλλοντος μπορεί να αποδειχθεί δύσκολη και χρονοβόρα.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, περισσότεροι από 93.000 πολίτες υπέγραψαν αίτημα για αυστηρότερη ρύθμιση και αποζημίωση των τοπικών κοινωνιών. Η Google έχει δηλώσει ότι θα συμμορφωθεί με τις αποφάσεις των αρχών και θα προχωρήσει σε αναδάσωση μέρους της έκτασης, ενώ περιβαλλοντικές οργανώσεις αμφισβητούν την επάρκεια των μέτρων.
Η υπόθεση θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα για το μέλλον της Ευρώπης: Μπορεί η ψηφιακή ανάπτυξη να θεωρείται επιτυχία όταν συνοδεύεται από την απώλεια δασών, την αυξανόμενη πίεση σε ενεργειακά δίκτυα και τη διεκδίκηση ολοένα περισσότερων φυσικών πόρων;
Η τεχνητή νοημοσύνη και τα κέντρα δεδομένων αποτελούν πλέον βασικό μέρος της παγκόσμιας οικονομίας. Αυτό, όμως, δεν απαλλάσσει τις εταιρείες από την υποχρέωση να τηρούν την περιβαλλοντική νομοθεσία ούτε τις κυβερνήσεις από την ευθύνη να διασφαλίζουν ότι οι επενδύσεις πραγματοποιούνται με σαφείς κανόνες και ουσιαστικούς ελέγχους. Στο Μούχος της Φινλανδίας, η συζήτηση για το ψηφιακό μέλλον αποκτά ένα πολύ συγκεκριμένο τίμημα: ένα δάσος που δεν υπάρχει πια.


Αφήστε μια απάντηση